Δημόσια λαογραφία

Όποιος δε θυμάται το παρελθόν του,
είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.

Δημόσια λαογραφία

Δημόσια Λαογραφία από τον Βασίλη Νιτσιάκο

Τα τελευταία χρόνια γίνεται ιδιαίτερος λόγος κυρίως για τη δημόσια Ιστορία, ένα πεδίο που αποτελεί πια και αντικείμενο όχι μόνο μελετών αλλά και προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών.
Το ρεύμα αυτό έχει ενισχυθεί αρκετά την τρέχουσα χρονιά με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, γεγονός φυσιολογικό, καθώς γίνεται γενικά ένας απολογισμός και αναστοχασμός για την πορεία της κοινωνίας, του έθνους.

Η Δημόσια Ιστορία, ωστόσο, ως τέτοια δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Όσο το παρελθόν απασχολεί μια κοινωνία ως αντικείμενο, παράγεται δημόσια ιστορία. Το πώς παράγεται είναι το μεγάλο ζητούμενο. Ζητούμενο βεβαίως είναι και το πώς παράγεται η επίσημη ιστορία ή ιστορία των ιστορικών. Η δημόσια, πάντως ιστορία είναι πιο σύνθετο ζήτημα, διότι κατά τη συγκρότησή της εμπλέκονται πολλοί και διάφοροι φορείς,  μηχανισμοί, διαδικασίες κλπ.

Η Δημόσια Ιστορία ως αντικείμενο της επιστήμης της Ιστορίας έχει δρομολογηθεί και στη χώρα μας, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει στις συναφείς επιστήμες της Αρχαιολογίας και της Λαογραφίας. Στη μεν Αρχαιολογία έχει αναπτυχθεί ένα ρεύμα κριτικής Αρχαιολογίας,το οποίο αποσκοπεί κυρίως στην αποδόμηση της κυρίαρχης εθνικής σχολής και στην απο-αποικιοποίηση της αρχαιολογικής επιστήμης και σκέψης, στη δε Λαογραφία τα πράγματα έχουν κάπως αλλιώς.

Θα ασχοληθούμε, λοιπόν, με τη Λαογραφία που συμβαίνει να είναι ο κλάδος που προσωπικά θεραπεύω τόσο ερευνητικά όσο και διδακτικά.

Έργο Θόδωρου Παπαγιάννη

Υπάρχει Δημόσια Λαογραφία; Υπάρχει περισσότερη από όση μπορούμε να καταναλώσουμε. Γιατί; Διότι στην Ελλάδα η Λαογραφία καλλιεργήθηκε όχι μόνο ως επιστήμη αλλά σε μεγάλο βαθμό ως ερασιτεχνική και πατριωτική ενασχόληση , πατριωτική είτε με την τοπική είτε με την εθνική έννοια, συνήθως σε συνδυασμό, εφόσον κατά κανόνα το ζητούμενο είναι η σύνδεση του ενός επιπέδου με το άλλο, η εθνικοποίηση του τοπικού. Κατά κάποιον τρόπο, αποτέλεσμα αυτής της διττής υπόστασης είναι η σύγχυση των ορίων και η υποβάθμιση της επιστήμης, καθώς στην κοινή αντίληψη Λαογραφία είναι γενικά η ενασχόληση με την παράδοση και λαογράφοι αυτοί που ασχολούνται με οποιονδήποτε τρόπο με αυτή. Έτσι, λίγο πολύ λαογράφος θεωρείται ένας συλλέκτης παλιών αντικειμένων, ένας καταγραφέας δημοτικών τραγουδιών, ακόμα κι ένας χορευτής ή  δάσκαλος παραδοσιακών χορών, οι οποίοι κατατάσσονται στην ίδια κατηγορία με τους επιστήμονες του κλάδου, καθηγητές πανεπιστημίου, ερευνητές κλπ.

Όλοι αυτοί οι ερασιτέχνες,  χρόνια τώρα, έχουν καλλιεργήσει μια αντίληψη για την παράδοση η οποία έχει καταστεί αναμφισβήτητα ηγεμονική. Όλη αυτή η παραγωγή  «μελετών», καταγραφών, συλλογών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, φολκλορικών εκδηλώσεων κλπ. συνιστά αυτό που θα ονομάζαμε Δημόσια Λαoγραφία, κατ’ αναλογίαν προς τη Δημόσια Ιστορία.

Τι κυριαρχεί, λοιπόν σε αυτή τη σφαίρα; Κυριαρχεί η παρελθοντολογία με άξονα την εξιδανίκευση και τον εξωραϊσμό του παρελθόντος, ο τοπικισμός μαγειρεμένος με έναν αρχαιόπληκτο εθνικισμό, η ρητορική περί γνησιότητας, καθαρότητας και αυθεντικότητας, η απαξίωση του νέου και του ξενόφερτου, η πρόσληψη της αλλαγής και της μεταβολής ως αλλοίωσης, η ηθικολογία για έναν κόσμο «αγγελικά πλασμένο» που χάσαμε, σε σχέση με το νέο που είναι ηθικά ανερμάτιστος και γενικά ένας λόγος άκρως συναισθηματικός και «ρομαντικός».

Σε αυτό το κλίμα έχουν παραχθεί και αναπαράγονται στο διηνεκές και ερήμην της επιστήμης μυθεύματα και στερεότυπα με επιστημονικοφανή τεκμηρίωση, όταν και εφόσον κάτι τέτοιο επιχειρείται, γραμμικές επινοημένες αφηγήσεις περί της αρχαίο ελληνικής καταγωγής ηθών και εθίμων, παρετυμολογήσεις τοπωνυμίων με στόχο την απόδειξη της ελληνικότητας, αυθαίρετες και άκρως αντιεπιστημονικές συνδέσεις προσώπων και πραγμάτων του πολύπλοκου ιστορικού γίγνεσθαι με προφανώς άσχετα αντίστοιχα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και επένδυση εθίμων και δρωμένων ανθρωπολογικού χαρακτήρα με εθνική νοηματοδότηση.

Όλα αυτά αναπαράγονται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας με έναν άκριτο αυτοματισμό, αναπαράγοντας ταυτόχρονα μιαν επικίνδυνη προγονοπληξία κι έναν ανόητο φολκλορικό ορυμαγδό που μας εξουθενώνει και που όταν εκπορεύεται στο όνομα της Λαογραφίας, μας ντροπιάζει.
Και η επιστήμη; Οι επιστήμονες; Πώς τοποθετούνται απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα; Μια απάντηση είναι «τα καθιστούν αντικείμενα μελέτης». Πραγματικά είναι πολύ ενδιαφέροντα, έχουμε νέο υλικό….Τρέχουμε πίσω του;

 

Το ερώτημα είναι αμείλικτο και αφορά τον ίδιο το ρόλο της επιστήμης και των επιστημόνων. Εάν το παρόν και το μέλλον εξαρτώνται από την αντίληψη που έχουμε για το παρελθόν, η Λαογραφία μπορεί απλά να χαίρεται για το νέο και πολύ ενδιαφέρον υλικό ή πρέπει να εμπλακεί στη διαδικασία συγκρότησης της κοινής αντίληψης γι’ αυτό, στο μεγάλο αιτούμενο της συλλογικής αυτογνωσίας;

 

Ο Βασίλης Νιτσιάκος γεννήθηκε στο Ντένισκο, κοντά στo ελληνο-αλβανικό σύνορο του Γράμμου. Mεγάλωσε ανάμεσα σ’αυτό το βουνό και στον κάμπο της Θεσσαλίας, στα ριζά του Ολύμπου, στο Μουσαλάρι, όπου ξεχείμαζε η οικογένειά του με τα κοπάδια της. Σπούδασε Φιλολογία, Λαογραφία και Κοινωνική Ανθρωπολογία στα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων, Λήντς και Καίμπριτζ με σημαντικούς δασκάλους. Θεωρεί, ωστόσο, ότι πιο σημαντικό σχολείο από όλα υπήρξε για τον ίδιο η στάνη των Βλάχων της Πίνδου και καλύτεροι δάσκαλοί του οι τσομπαναραίοι. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Κοινωνική Λαογραφία.

Share: 

info@adeti.gr

www.adeti.gr

Newsletter

Newsletters

Αφήστε μας το e-mail σας και εγγραφείτε στο newsletter μας.

CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.